διακυτταρικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διακυτταρικά < διακυτταρικός + -ά
Επίρρημα
[επεξεργασία]διακυτταρικά
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διακυτταρικά
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- διακυτταρικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]διακυτταρικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διακυτταρικός