διακόπτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διακόπτης διακόπτες
γενική διακόπτη διακοπτών
αιτιατική διακόπτη διακόπτες
κλητική διακόπτη διακόπτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διακόπτης < διακόπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διακόπτης αρσενικό

  1. εξάρτημα που διακόπτει ή αποκαθιστά τη συνέχεια ηλεκτρικού κυκλώματος και επομένως την κίνηση του ηλεκτρικού ρεύματος


32πχ Μεταφράσεις[]