διακόσμηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | διακόσμηση | οι | διακοσμήσεις |
| γενική | της | διακόσμησης* | των | διακοσμήσεων |
| αιτιατική | τη | διακόσμηση | τις | διακοσμήσεις |
| κλητική | διακόσμηση | διακοσμήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, διακοσμήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διακόσμηση < διακοσμώ + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική décoration)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διακόσμηση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακοσμώ
- ※ Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.
- ※ ...χυνόταν μιά ἀκράτητη διακόσμηση χλιδῆς. Διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια, τοπάζια, ἀμέθυστοι, λάπις – λάζουλι, μαργαριτάρια, μαλαχίτες, μέσα σὲ ὄργιο χρυσοῦ, κρεμόνταν σὲ βαρύτατα περιδέραια πεταμένα το 'να πάνω στ' ἄλλο, ἁρμάθες σωστές παραμυθένιου πλούτου, κάτι σὰ διάκοσμος ξεχαλινωμένης Χαλιμᾶς. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 17)
- ※ Υπάρχουν πολλά ευγονικά, αποτροπαϊκά και προστατευτικά στοιχεία (λόγω του υλικού, του σχήματος, της διακόσμησης κ.ά.) σε κοσμήματα και εξαρτήματα της ανδρικής και της γυναικείας ενδυμασίας, που τοποθετούνταν σε ζωτικά όργανα του σώματος, από το κεφάλι (εγκέφαλος) μέχρι την κοιλιακή χώρα (γυναικείο και ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα). (Σωτήριος Σουλούκος, Αποτροπαϊκός και προστατευτικός χαρακτήρας φυλακτών στις συλλογές του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας – Θράκης: λαϊκή θρησκευτικότητα, διαθρησκειακές αναφορές και η χρήση των συμβόλων, Εθνικό Αρχείο διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, Θεολογική Σχολή, 2022)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διακόσμηση
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)