διαλαλώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαλαλώ < μεσαιωνική ελληνική < (ελληνιστική κοινή) διαλαλέω
Ρήμα
[επεξεργασία]διαλαλώ
- φωνάζω κάτι δυνατά ώστε να το μάθει όλος ο κόσμος
- ※ Οἱ κούνιες ἀνεβοκατέβαιναν, οἱ τζαμπάζηδες περπατοῦσαν πάνω στὰ σκοινιά, οἱ παλιάτσοι ἔκαμναν τ' ἀστεῖα τους, οἱ μουχαλαμπιτζήδες διαλαλοῦσαν τὸ μαλεμπί τους καὶ οἱ σεκερτζήδες τὰ σεκέρια τους (Αρχείον του Θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, 1936, σελ. 32)