διαλλάσσω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαλλάσσω < αρχαία ελληνική διαλλάσσω < διά + ἀλλάσσω / ἀλλάττω < ἄλλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élyos

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.ˈla.sɔ/ και /ðʝa.ˈla.sɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

διαλλάσσω

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαλλάσσω < δι- (διά) + ἀλλάσσω / ἀλλάττω < ἄλλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élyos

Ρήμα[επεξεργασία]

διαλλάσσω (παθητική φωνή: διαλλάσσομαι)

  1. αλλάζω, μεταβάλλω
  2. ανταλλάσσω
  3. διαλλάσσω, συνδιαλλάσσω, συμφιλιώνω
  4. διαφέρω

Κλίση[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]