διαλλάσσω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.

Για έλεγχο. Μήπως αυτό δεν είναι νεοελληνικό. Η καθαρεύουσα συμπίπτει με το αρχαίο. Το ετυμολογικό πεδίο αλλασσ- αλλακ- αλλαγ-, υπάρχει στο αλλάζω. Sarri.greek 05:24, 25 Αυγούστου 2021 (UTC).


Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαλλάσσω < αρχαία ελληνική διαλλάσσω < διά + ἀλλάσσω / ἀλλάττω < ἄλλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élyos

Ρήμα[επεξεργασία]

διαλλάσσω

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαλλάσσω < δι- (διά) + ἀλλάσσω / ἀλλάττω < ἄλλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élyos

Ρήμα[επεξεργασία]

διαλλάσσω (παθητική φωνή: διαλλάσσομαι)

  1. αλλάζω, μεταβάλλω
  2. ανταλλάσσω
  3. συνδιαλλάσσω, συμφιλιώνω
  4. διαφέρω

Κλίση[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]