διαλυτικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαλυτικό ουδέτερο

  1. υγρό που χρησιμεύει για να αραιώνουμε το βερνίκι, τη μπογιά, κ.α.

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

διαλυτικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]