διαλυτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διαλυτικός διαλυτική διαλυτικό
γενική διαλυτικού διαλυτικής διαλυτικού
αιτιατική διαλυτικό διαλυτική διαλυτικό
κλητική διαλυτικέ διαλυτική διαλυτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαλυτικοί διαλυτικές διαλυτικά
γενική διαλυτικών διαλυτικών διαλυτικών
αιτιατική διαλυτικούς διαλυτικές διαλυτικά
κλητική διαλυτικοί διαλυτικές διαλυτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαλυτικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διαλυτικός

  • ο σχετικός με τη διάλυση
    1. που έχει την ιδιότητα να διαλύει ένα στερεό ή να αραιώνει ένα διάλυμα
      πρέπει να προσθέσεις στο μείγμα λίγο διαλυτικό υγρό
    2. που επιφέρει τη νομική διάλυση, πχ μιας εταιρείας
    3. που έχει ως αποτέλεσμα να διασπά τη συνοχή μιας ομάδας, την ομαλή λειτουργία ενός συνόλου
      διαλυτική παρέμβαση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]