διαλυτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαλυτός < διαλύω (: διασπώ)

Επίθετο[επεξεργασία]

διαλυτός -ή -ό

  • αυτός που μπορεί να διαλυθεί μέσα σε ένα άλλο, κυρίως υγρό, σώμα
ουσίες διαλυτές / μη διαλυτές στο νερό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]