διαμαρτυρόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διαμαρτυρόμενος διαμαρτυρόμενη διαμαρτυρόμενο
γενική διαμαρτυρόμενου διαμαρτυρόμενης διαμαρτυρόμενου
αιτιατική διαμαρτυρόμενο διαμαρτυρόμενη διαμαρτυρόμενο
κλητική διαμαρτυρόμενε διαμαρτυρόμενη διαμαρτυρόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαμαρτυρόμενοι διαμαρτυρόμενες διαμαρτυρόμενα
γενική διαμαρτυρόμενων διαμαρτυρόμενων διαμαρτυρόμενων
αιτιατική διαμαρτυρόμενους διαμαρτυρόμενες διαμαρτυρόμενα
κλητική διαμαρτυρόμενοι διαμαρτυρόμενες διαμαρτυρόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. διαμαρτυρόμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διαμαρτύρομαι
  2. διαμαρτυρόμενος (θρησκεία) < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διαμαρτύρομαι ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική protestant)

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

διαμαρτυρόμενος

  • που διαμαρτύρεται για κάτι, συνήθως ισχυρότερο από τον ίδιο, που παραπονείται και διεκδικεί να αλλάξει αυτό προς το οποίο διαφωνεί αλλά δεν έχει την εξουσία να το μεταβάλει μόνος του
    Πήγε στον διευθυντή διαμαρτυρόμενος ότι τον αδίκησε ο προϊστάμενός του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαμαρτυρόμενος αρσενικό (θηλυκό: διαμαρτυρόμενη)

Υπερώνυμα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]