διαμείβομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαμείβομαι < (διαχρονικό) ελληνιστική κοινή διαμείβομαι (ανταποδίδω) < αρχαία ελληνική διαμείβω (ανταλλάσσω)[1] Μορφολογικά αναλύεται σε δι- < διά + ἀμείβω.

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.aˈmi.vo.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δι‐α‐μεί‐βο‐μαι

Ρήμα[επεξεργασία]

διαμείβομαι, αόρ.: διημείφθη, διημείφθησαν(γ' πρόσωπα) (αποθετικό)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

διαμείβομαι