Μετάβαση στο περιεχόμενο

διαμείβομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαμείβομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαμείβομαι (ανταποδίδω) < αρχαία ελληνική διαμείβω (ανταλλάσσω)[1][2] Μορφολογικά αναλύεται σε δι- < διά + ἀμείβω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ði.aˈmi.vo.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: διαμείβομαι

διαμείβομαι, αόρ.: διημείφθη, διημείφθησαν(γ' πρόσωπα) αποθετικό ρήμα, ελλειπτικό ρήμα

  • (λόγιο) λέγομαι μεταξύ κάποιων, ανταλλάσσομαι
      Όσους αυτόπτες μάρτυρες κι αν βρούμε, κανείς δεν θα μπορέσει να βεβαιώσει τίποτε παραπάνω από αυτό : Μπήκε και βγήκε. Κανείς δεν θα μπορέσει να μας πει τι διημείφθη μεταξύ σας, ποιος ζήτησε να δει ποιον (Πέτρος Τατσόπουλος, Η καρδιά του κτήνους, εκδ. Μεταίχμιο, 2001)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. διαμείβομαι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. διαμείβεται - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

διαμείβομαι