διαμελισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διαμελισμός οι διαμελισμοί
      γενική του διαμελισμού των διαμελισμών
    αιτιατική τον διαμελισμό τους διαμελισμούς
     κλητική διαμελισμέ διαμελισμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαμελισμός < ελληνιστική κοινή διαμελισμός < διαμελ(ίζω) + -ισμός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.mε.li.ˈzmɔs/ και /ðʝa.mε.li.ˈzmɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαμελισμός αρσενικό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]