διαμελιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διαμελιστικός διαμελιστική διαμελιστικό
γενική διαμελιστικού διαμελιστικής διαμελιστικού
αιτιατική διαμελιστικό διαμελιστική διαμελιστικό
κλητική διαμελιστικέ διαμελιστική διαμελιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαμελιστικοί διαμελιστικές διαμελιστικά
γενική διαμελιστικών διαμελιστικών διαμελιστικών
αιτιατική διαμελιστικούς διαμελιστικές διαμελιστικά
κλητική διαμελιστικοί διαμελιστικές διαμελιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαμελιστικός < διαμελίζω + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διαμελιστικός

  • που έχει σχέση με διαμελισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή συμβάλλει σ’ αυτόν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]