διαμερισματοποιώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαμερισματοποιώ < διαμέρισμα + -ποιώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαμερισματοποιώ

  1. διαχωρίζω ένα σύνολο σε επιμέρους τμήματα ή μερίσματα
  2. κατακερματίζω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]