διαμεσολαβώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαμεσολαβώ < δια- + μεσολαβώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαμεσολαβώ

  1. μεσολαβώ
  2. διευκολύνω την επικοινωνία και τον διάλογο
  3. δρω κατευναστικά ανάμεσα σε αντιμαχόμενους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]