Μετάβαση στο περιεχόμενο

διαμονή

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: διανομή

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διαμονή οι διαμονές
      γενική της διαμονής των διαμονών
    αιτιατική τη διαμονή τις διαμονές
     κλητική διαμονή διαμονές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαμονή < αρχαία ελληνική διαμονή < διαμένω < διά + μένω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική résidence)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ði̯a.moˈni/ και /ðʝa.moˈni/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διαμονή θηλυκό

  1. το να διαμένει κάποιος σε κάποιο μέρος
    Η διαμονή του στο νησί θα συνεχιστεί.
      Στις περιπτώσεις αυτές παραχωρείται άδεια διαμονής μισθωτού ή αυτοεργοδοτούμενου. Οι αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού σφραγίζονται από το Τμήμα Εργασίας. Το 2004 υποβλήθηκαν 5.292 αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού, κυρίως από Έλληνες ( 1.796 ) , Πολωνούς ( 1.131 ) και ... (Ετήσια Έκθεσις γραφείου δημοσίων πληροφοριών δια το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Κύπρος, 2004, σελ. 127)
  2. ο τόπος κατοικίας κάποιου
    Ο τόπος διαμονής της παραμένει άγνωστος.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]