διαμονή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : διανομή

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαμονή διαμονές
γενική διαμονής διαμονών
αιτιατική διαμονή διαμονές
κλητική διαμονή διαμονές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαμονή < αρχαία ελληνική διαμονή < διαμένω < διά + μένω (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική résidence)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.mɔ.ˈni/ και /ðʝa.mɔ.ˈni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαμονή θηλυκό

  1. το να διαμένει κάποιος σε κάποιο μέρος
    Η διαμονή του στο νησί θα συνεχιστεί.
  2. ο τόπος κατοικίας κάποιου
    Ο τόπος διαμονής της παραμένει άγνωστος.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]