διαμπερής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διαμπερής διαμπερής διαμπερές
γενική διαμπερούς διαμπερούς διαμπερούς
αιτιατική διαμπερή διαμπερή διαμπερές
κλητική διαμπερή(ς) διαμπερής διαμπερές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαμπερείς διαμπερείς διαμπερή
γενική διαμπερών διαμπερών διαμπερών
αιτιατική διαμπερείς διαμπερείς διαμπερή
κλητική διαμπερείς διαμπερείς διαμπερή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαμπερής < αρχαία ελληνική διαμπερής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διαμπερής, -ής, -ές

  1. που περνάει από τη μία άκρη μέχρι την άλλη
    ο ασθενής φέρει διαμπερές τραύμα από πυροβόλο όπλο
  2. (συνεκδοχικά) που έχει ανοίγματα σε δύο απέναντι πλευρές, επιτρέποντας, με αυτόν τον τρόπο, τη δίοδο του αέρα ή υγρού από τη μία πλευρά στην άλλη
    ενοικιάζεται διαμπερής κατοικία ευάερη και ευήλια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ διαμπερής τὸ διαμπερές οἱ, αἱ διαμπερεῖς τὰ διαμπερ
Γενική τοῦ, τῆς διαμπεροῦς τοῦ διαμπεροῦς τῶν διαμπερῶν τῶν διαμπερῶν
Δοτική τῷ, τῇ διαμπερεῖ τῷ διαμπερεῖ τοῖς, ταῖς διαμπερέσι(ν) τοῖς διαμπερέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν διαμπερ τὸ διαμπερές τοὺς, τὰς διαμπερεῖς τὰ διαμπερ
Κλητική διαμπερές διαμπερές διαμπερεῖς διαμπερ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική διαμπερεῖ
Γενική-Δοτική διαμπεροῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαμπερής < διά + ἀμπείρω < ἀναπείρω < πείρω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *per- (διαπερνώ, διασχίζω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διαμπερής, -ής, -ές

  1. που διαπερνάει, που περνάει από τη μία άκρη μέχρι την άλλη, διαπεραστικός
  2. δριμύς