διαμόρφωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διαμόρφωση οι διαμορφώσεις
      γενική της διαμόρφωσης
& διαμορφώσεως
των διαμορφώσεων
    αιτιατική τη διαμόρφωση τις διαμορφώσεις
     κλητική διαμόρφωση διαμορφώσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

διαμόρφωση < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

διαμόρφωση θηλυκό

  1. το να δίνεται μορφή
  2. (πληροφορική) configuration: προσαρμογή, βλ. ρύθμιση
     συνώνυμα: ρύθμιση
  3. (πληροφορική) format: η αρχικοποίηση ενός αποθηκευτικού μαγνητικού μέσου μνήμης, συνήθως αναφέρεται σε σκληρό δίσκο
    ※  Το πρόβλημα είναι, όμως, πως αν κάνουμε διαμόρφωση (format) και επανεγκατάσταση του λειτουργικού συστήματος, τα προσωπικά μας αρχεία θα διαγραφούν. [1]

Συνώνυμα

Συγγενικές λέξεις

Μεταφράσεις

Αναφορές