διανεμημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διανεμημένος διανεμημένη διανεμημένο
γενική διανεμημένου διανεμημένης διανεμημένου
αιτιατική διανεμημένο διανεμημένη διανεμημένο
κλητική διανεμημένε διανεμημένη διανεμημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διανεμημένοι διανεμημένες διανεμημένα
γενική διανεμημένων διανεμημένων διανεμημένων
αιτιατική διανεμημένους διανεμημένες διανεμημένα
κλητική διανεμημένοι διανεμημένες διανεμημένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διανεμημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διανέμω

Μετοχή[επεξεργασία]

διανεμημένος, -η, -ο

  1. που έχει διανεμηθεί
    διανεμημένες παράμετροι αναπαριστώνται συνήθως με μερικές διαφορικές εξισώσεις
  2. (δίκτυο υπολογιστών) distributed: → δείτε τη λέξη κατανεμημένος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]