διανευρώνας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διανευρώνας διανευρώνες
γενική διανευρώνα διανευρώνων
αιτιατική διανευρώνα διανευρώνες
κλητική διανευρώνα διανευρώνες

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διανευρώνας αρσενικό, ενικός (διανευρώνες πληθυντικός)
(νευρολογία), (νευροεπιστήμη), (ιατρική)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]