διανομέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διανομέας διανομείς
γενική διανομέα
& διανομέως
διανομέων
αιτιατική διανομέα διανομείς
κλητική διανομέα διανομείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διανομέας < διανομ(ή) + -εύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διανομέας αρσενικό

  1. αυτός που διανέμει και κυρίως παραδίδει ορισμένο αντικείμενο στο δικαιούχο
    ταχυδρομικός διανομέας
  2. ονομασία συσκευών, κυρίως ηλεκτρονικών, με τις οποίες γίνεται η διανομή ύλης ή ενέργειας
    διανομέας 802.11g με 4 θέσεις ethernet 10/100


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]