διαπίδυση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : διαπήδηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαπίδυση διαπιδύσεις
γενική διαπίδυσης
& διαπιδύσεως
διαπιδύσεων
αιτιατική διαπίδυση διαπιδύσεις
κλητική διαπίδυση διαπιδύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαπίδυση < αρχαία ελληνική διαπίδυσις < διαπιδύω < διά + πιδύω < πῖδαξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαπίδυση θηλυκό

  1. (φυσική) φυσική μέθοδος διαχωρισμού μειγμάτων με αμοιβαία διείσδυση μορίων από δύο όγκους υγρών ή αερίων που διαχωρίζονται από ένα διάφραγμα (μεμβράνη)
  2. (λόγιο) εκροή υγρού από πόρους δέρματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]