διαπιστευτήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαπιστευτήριο διαπιστευτήρια
γενική διαπιστευτηρίου διαπιστευτηρίων
αιτιατική διαπιστευτήριο διαπιστευτήρια
κλητική διαπιστευτήριο διαπιστευτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαπιστευτήριο < διαπιστεύω + -τήριο < αρχαία ελληνική διαπιστεύω < πιστεύω < πίστις ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική lettres de créance)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαπιστευτήριο ουδέτερο

  1. καθένα από τα έγγραφα που πρέπει να έχει ο διπλωματικός αντιπρόσωπος ενός κράτους, όταν διορίζεται σε κάποιο άλλο
  2. (μεταφορικά) στοιχείο που δείχνει ότι κάποιος έχει τις απαραίτητες γνώσεις ή ικανότητες για μια θέση ή εργασία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]