διαπλαστικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαπλαστικός < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]διαπλαστικός
- που αναφέρεται στη μόρφωση (απόδοση μορφής, εκπαιδευτικής ή μη), στη διαμόρφωση, διάπλαση της ύλης ή της προσωπικότητας κάποιου
- Τι περιθώρια διαπλαστικής παρεμβολής έχεις πάνω του; Πιστεύεις πως η σαγήνη είναι αρκετή για να τον μεταπείσει;
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διαπλαστικός
|
|