διαπορθμεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαπορθμεύω < αρχαία ελληνική διαπορθμεύω < διά + πορθμεύω < πορθμός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαπορθμεύω

  1. μεταφέρω μέσω ενός πορθμού
  2. (κατ’ επέκταση) μεταφέρω κάποιον στην άλλη όχθη ή ακτή (ή στο πλοίο)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]