διαπρέπω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαπρέπω < αρχαία ελληνική διαπρέπω < διά + πρέπω (φαίνομαι καλά, ξεχωρίζω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαπρέπω

  1. πετυχαίνω σπουδαία πράγματα στον τομέα μου και ξεχωρίζω, γίνομαι ονομαστός.

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]