διαπόντιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διαπόντιος διαπόντια διαπόντιο
γενική διαπόντιου διαπόντιας διαπόντιου
αιτιατική διαπόντιο διαπόντια διαπόντιο
κλητική διαπόντιε διαπόντια διαπόντιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαπόντιοι διαπόντιες διαπόντια
γενική διαπόντιων διαπόντιων διαπόντιων
αιτιατική διαπόντιους διαπόντιες διαπόντια
κλητική διαπόντιοι διαπόντιες διαπόντια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαπόντιος < αρχαία ελληνική διαπόντιος < διά + πόντιος < πόντος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pónteh₁s (μονοπάτι, δρόμος) < *pónth₁s < *pent-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.ˈpɔn.di.ɔs/ και /ðʝa.ˈpɔn.di.ɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

διαπόντιος, -α, -ο

  1. που βρίσκεται πέρα από τη θάλασσα
     συνώνυμα: υπερπόντιος
  2. που κινείται από κάποιο σημείο της θάλασσας σε άλλο, που κινείται διά της θαλάσσης από ένα σημείο σε άλλο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]