διαρθρώσεις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

διαρθρώσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρθρώνω
  2. θα διαρθρώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαρθρώνω

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

διαρθρώσεις θηλυκό

  1. διάρθρωση, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού