διαρκής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διαρκής η διαρκής το διαρκές
      γενική του διαρκούς της διαρκούς του διαρκούς
    αιτιατική τον διαρκή τη διαρκής το διαρκές
     κλητική διαρκή(ς) διαρκής διαρκές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διαρκείς οι διαρκείς τα διαρκή
      γενική των διαρκών των διαρκών των διαρκών
    αιτιατική τους διαρκείς τις διαρκείς τα διαρκή
     κλητική διαρκείς διαρκείς διαρκή
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαρκής < αρχαία ελληνική διαρκής < διά + ἀρκέω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂erg-

Επίθετο[επεξεργασία]

διαρκής -ής -ες

Ο συνεχομενος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]