διαρκής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | διαρκής | η | διαρκής | το | διαρκές |
| γενική | του | διαρκούς* | της | διαρκούς | του | διαρκούς |
| αιτιατική | τον | διαρκή | τη | διαρκή | το | διαρκές |
| κλητική | διαρκή(ς) | διαρκής | διαρκές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | διαρκείς | οι | διαρκείς | τα | διαρκή |
| γενική | των | διαρκών | των | διαρκών | των | διαρκών |
| αιτιατική | τους | διαρκείς | τις | διαρκείς | τα | διαρκή |
| κλητική | διαρκείς | διαρκείς | διαρκή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαρκής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαρκής < διαρκέω / διαρκῶ < (διά) δι- + ἀρκέω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ði.aɾˈcis/ και /ði̯aɾˈcis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δι‐αρ‐κής
Επίθετο
[επεξεργασία]διαρκής, -ής, -ές
- που διαρκεί, που γίνεται χωρίς διακοπή
- ※ Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- διαρκής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- διαρκής - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | διαρκής | τὸ | διαρκές | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | διαρκοῦς | τοῦ | διαρκοῦς | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | διαρκεῖ | τῷ | διαρκεῖ | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | διαρκῆ | τὸ | διαρκές | ||
| κλητική ὦ! | διαρκές | διαρκές | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | διαρκεῖς | τὰ | διαρκῆ | ||
| γενική | τῶν | διαρκῶν | τῶν | διαρκῶν | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | διαρκέσῐ(ν) | τοῖς | διαρκέσῐ(ν) | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | διαρκεῖς | τὰ | διαρκῆ | ||
| κλητική ὦ! | διαρκεῖς | διαρκῆ | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | διαρκεῖ | τὼ | διαρκεῖ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | διαρκοῖν | τοῖν | διαρκοῖν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'συνεχής' όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]διαρκής, -ής, -ές
- υπεραρκετός, επαρκής
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Α, 15.1
- ἐπιπλέοντες γὰρ τὰς νήσους κατεστρέφοντο, καὶ μάλιστα ὅσοι μὴ διαρκῆ εἶχον χώραν.
- Εκείνοι ιδίως που δεν είχαν αρκετό έδαφος για να ζήσουν, έκαναν επιδρομές στα νησιά και τα υπότασσαν στην εξουσία τους.
- Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greek‑language.gr
- ἐπιπλέοντες γὰρ τὰς νήσους κατεστρέφοντο, καὶ μάλιστα ὅσοι μὴ διαρκῆ εἶχον χώραν.
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Α, 15.1
- διαρκής, μόνιμος, αδιάκοπος, εξακολουθητικός
Παράγωγα
[επεξεργασία]- διαρκέστατα (επίρρημα)
- διαρκέστατον (ουδέτερο)
- διαρκῶς (επίρρημα)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- διαρκής - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- διαρκής - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα δι- από το δια- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'συνεχής' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα δι- από το δια- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Θουκυδίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)