διαρπάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαρπάζω < αρχαία ελληνική διαρπάζω < διά + ἁρπάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαρπάζω

  1. κλέβω, αφαιρώ βίαια
  2. λεηλατώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]