διαρρήξεις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

διαρρήξεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρηγνύω
  2. θα διαρρήξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαρρηγνύω

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

διαρρήξεις θηλυκό

  1. διάρρηξη, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού