διαρρηγνύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαρρηγνύω < αρχαία ελληνική διαρρήγνυμι < διά + ῥήγνυμι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαρρηγνύω

  1. ανοίγω βίαια και παράνομα κλειστό χώρο με σκοπό να κλέψω
    άγνωστοι διέρρηξαν το χρηματοκιβώτιο
  2. σκίζω κάτι βίαια

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. διαρρηγνύω τα ιμάτιά μου: διαμαρτύρομαι με υπερβολικό τρόπο
    γιατί διαρρηγνυείς τα ιμάτιά σου αφού δεν έχεις δίκιο;

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]