διαρροή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαρροή διαρροές
γενική διαρροής διαρροών
αιτιατική διαρροή διαρροές
κλητική διαρροή διαρροές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαρροή < αρχαία ελληνική διαρροή < διαρρέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαρροή θηλυκό

  1. διαφυγή, απώλεια υγρού ή αερίου από έναν κλειστό χώρο
    Εκτός ελέγχου παραμένει η διαρροή των υγρών αποβλήτων.
  2. γνωστοποίηση απόρρητων στοιχείων, πληροφοριών κτλ. χωρίς τη θέληση του άμεσα ενδιαφερομένου
    Διοικητική έρευνα για τη διαρροή πληροφορίας σε τηλεοπτικό σταθμό.
    • πληροφορίες που ξέφυγαν και μαθεύτηκαν από τρίτους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]