διασάφηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διασάφηση διασαφήσεις
γενική διασάφησης
& διασαφήσεως
διασαφήσεων
αιτιατική διασάφηση διασαφήσεις
κλητική διασάφηση διασαφήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διασάφηση < ελληνιστική κοινή διασάφησις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διασάφηση θηλυκό

  1. άλλη μορφή του διασαφήνιση
  2. έγγραφη δήλωση σε τελωνείο, με την οποία δηλώνονται τα στοιχεία του εμπορεύματος (ποσότητα, αξία κ.ά.) και ζητείται η υπαγωγή του σε τελωνειακό καθεστώς (εκτελώνιση προς θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, τελωνειακή αποταμίευση, τελωνειακή μεταποίηση, τελειοποίηση ενεργητική ή παθητική, θέση σε ειδική χρήση ή προορισμό, διαμετακόμιση εσωτερική ή εξωτερική, εξαγωγή, επανεξαγωγή, επανεισαγωγή)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]