Μετάβαση στο περιεχόμενο

διασκιάζω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διασκιάζω < δια- + σκιάζω

διασκιάζω