διασκόπιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διασκόπιο διασκόπια
γενική διασκοπίου διασκοπίων
αιτιατική διασκόπιο διασκόπια
κλητική διασκόπιο διασκόπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διασκόπιο < διά + -σκόπιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διασκόπιο ουδέτερο

  1. (φυσική): ηλεκτρική εποπτική συσκευή κυκλικής ή ευθύγραμμης προβολής διαφανειών - σλάιτς

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]