διασκόπιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το διασκόπιο τα διασκόπια
      γενική του διασκοπίου των διασκοπίων
    αιτιατική το διασκόπιο τα διασκόπια
     κλητική διασκόπιο διασκόπια
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διασκόπιο < διά + -σκόπιο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διασκόπιο ουδέτερο

  • (φυσική): ηλεκτρική εποπτική συσκευή κυκλικής ή ευθύγραμμης προβολής διαφανειών - σλάιτς

Μεταφράσεις[επεξεργασία]