διασπείρω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διασπείρω < αρχαία ελληνική διασπείρω και (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική disseminate

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðia.ˈspi.ɾɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διασπείρω

  1. σκορπίζω σε διάφορα σημεία
    φορείς της ασθένειας μπορεί να διασπείρουν τον ιό σε άλλες περιοχές
  2. (μεταφορικά) διαδίδω κάτι μη αληθές
    φήμες προσπαθούν να διασπείρουν οι αντίπαλοι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. διασπείρω διέσπειρα θα διασπείρω να διασπείρω διασπείροντας
β' ενικ. διασπείρεις διέσπειρες θα διασπείρεις να διασπείρεις διασπείρε
γ' ενικ. διασπείρει διέσπειρε θα διασπείρει να διασπείρει
α' πληθ. διασπείρουμε διασπείραμε θα διασπείρουμε να διασπείρουμε
β' πληθ. διασπείρετε διασπείρατε θα διασπείρετε να διασπείρετε διασπείρετε
γ' πληθ. διασπείρουν(ε) διέσπειραν
διασπείραν(ε)
θα διασπείρουν(ε) να διασπείρουν(ε)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]