διασπορά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διασπορά διασπορές
γενική διασποράς διασπορών
αιτιατική διασπορά διασπορές
κλητική διασπορά διασπορές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διασπορά < ελληνιστική κοινή διασπορά ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλικά dissemination)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διασπορά θηλυκό

  1. το σκόρπισμα, δεξιά και αριστερά, διάφορων ομοειδών αντικειμένων, ο διασκορπισμός
  2. η ύπαρξη διάφορων ομοειδών αντικειμένων σε διάφορες θέσεις
  3. (ειδικότερα) η μετανάστευση των ατόμων ενός έθνους σε διάφορες ξένες χώρες
  4. (κατ’ επέκταση) (μεταφορικά) το σύνολο των ατόμων ενός έθνους που βρίσκονται σε ξένες χώρες, η ομογένεια
  5. η διάδοση μιας φήμης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]