διαστέλλω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαστέλλω < αρχαία ελληνική διαστέλλω < διά + στέλλω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðia.ˈstɛ.lɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαστέλλω, παρατ.: διέστελλα, στιγμ. μέλλ.: θα διαστείλω, αόρ.: διέστειλα , παθ.φωνή: διαστέλλομαι , μτχ.π.π.: διεσταλμένος

  1. (φυσική) προκαλώ διαστολή σε κάποιο υλικό, μεγαλώνω την απόσταση των στοιχείων του μεταξύ τους, εκτείνω στο χώρο, διογκώνω, αυξάνω τις διαστάσεις ενός σώματος με αύξηση της θερμοκρασίας του, χωρίς να μεταβάλλω τη σύσταση ή τη φύση του
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: μαζεύω, συμπυκνώνω, συρρικνώνω, συστέλλω,
  2. (μεταφορικά) διευρύνω
  3. ξεχωρίζω, διακρίνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαστέλλω < διά + στέλλω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαστέλλω

  1. εκτείνω
  2. διασκορπίζω (πχ το σκοτάδι)
  3. διακρίνω, διαχωρίζω
  4. διακρίνω, ορίζω με ακρίβεια
  5. δίνω επείγουσα εντολή (συνήθως ιατρικού περιεχομένου)
  6. πληρώνω, δίνω εντολή πληρωμής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]