διασταύρωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διασταύρωση διασταυρώσεις
γενική διασταύρωσης
& διασταυρώσεως
διασταυρώσεων
αιτιατική διασταύρωση διασταυρώσεις
κλητική διασταύρωση διασταυρώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διασταύρωση < (η λέξη μαρτυρείται από το 1861) μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική croisement

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διασταύρωση θηλυκό

  1. η τομή ενός δρόμου με άλλον
  2. συνάντηση ατόμων ή αντικειμένων που κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις
  3. (βιολογία) ένωση διαφορετικών ειδών με αποτέλεσμα τη δημιουργία νέου είδους
  4. η σύγκριση με άλλες πηγές ώστε να εξακριβωθεί ή να επαληθευθεί η ορθότητα, η αλήθεια κάποιου στοιχείου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]