διαστημικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]διαστημικός
- ο σχετικός με το διάστημα
- ※ Η εμμονή εκείνων των συγγραφέων στην πυραυλική τεχνολογία και τα διαστημικά ταξίδια αποδείχθηκε άστοχη. Η προσσελήνωση δεν οδήγησε πουθενά. Δεν υπάρχουν γήινες αποικίες ούτε στη Σελήνη ούτε στον Άρη. Ύστερα από μισόν αιώνα ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, ο «homo sapiens» παραμένει καθηλωμένος στη Γη. (Ρούσσος βρανάς, Η άχρονη χώρα, εκδ. Ποταμός, 2002, σελ. 22)