διαστημόπλοιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το διαστημόπλοιο τα διαστημόπλοια
      γενική του διαστημόπλοιου των διαστημόπλοιων
    αιτιατική το διαστημόπλοιο τα διαστημόπλοια
     κλητική διαστημόπλοιο διαστημόπλοια
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
CK-12 spaceship.png

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαστημόπλοιο < διάστημα + πλοίο

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.sti.ˈmɔ.pli.ɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαστημόπλοιο ουδέτερο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]