διασύνδεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διασύνδεση οι διασυνδέσεις
      γενική της διασύνδεσης
διασυνδέσεως*
των διασυνδέσεων
    αιτιατική τη διασύνδεση τις διασυνδέσεις
     κλητική διασύνδεση διασυνδέσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διασύνδεση < δια- + σύνδεση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διασύνδεση θηλυκό

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διασυνδέω
  2. η σύνδεση μεταξύ πολλών διαφορετικών πραγμάτων, εννοιών, κλπ
  3. (πληροφορική) μερικές φορές (ανάλογα με το περιεχόμενο) αναφέρεται στην διεπαφή (interface)

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]