διαταγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαταγή διαταγές
γενική διαταγής διαταγών
αιτιατική διαταγή διαταγές
κλητική διαταγή διαταγές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαταγή < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαταγή θηλυκό

  1. γραπτό ή προφορικό κείμενο με το οποίο ένας ανώτερος (στρατιωτικός ή άλλος) απευθύνεται σε έναν κατώτερο και του αναθέτει ένα έργο που πρέπει αυτός υποχρεωτικά να διεκπεραιώσει ή του απαγορεύει να κάνει συγκεκριμένα πράγματα
    • (στον πληθυντικό) το δικαίωμα που έχει κάποιος να διατάζει, η διοικητική ευθύνη, η αρχηγία
      Οι Αμερικανοί στις διαταγές τώρα των Ιρακινών... ' (τίτλος άρθρου της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 3 Ιανουαρίου 2009)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: προσταγή, εντολή
  2. (τραπεζικές εργασίες) διαταγή πληρωμής: γραπτή εντολή προς την τράπεζα για την πληρωμή ενός ποσού
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εντολή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]