διατύπωσις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική διατύπωσῐς αἱ διατυπώσεις
      γενική τῆς διατυπώσεως τῶν διατυπώσεων
      δοτική τῇ διατυπώσει ταῖς διατυπώσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν διατύπωσῐν τὰς διατυπώσεις
     κλητική ! διατύπωσῐ διατυπώσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  διατυπώσει
γεν-δοτ τοῖν  διατυπωσέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διατύπωσις < διατυπόω / διατυπῶ + -σις < → δείτε τη λέξη τύπος. Μορφολογικά αναλύεται σε δια- + τύπωσις.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διατύπωσις, -εως θηλυκό

  1. πλήρης μορφή, τελική μορφή
  2. σχηματοποίηση
  3. διάπλαση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

→ και δείτε τις λέξεις διατυπόω, τύπωσις και τύπος

Πηγές[επεξεργασία]