Μετάβαση στο περιεχόμενο

διαφαίνομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαφαίνομαι < αρχαία ελληνική διαφαίνομαι < δια- + φαίνομαι

διαφαίνομαι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαφαίνομαι < δια- + φαίνομαι

διαφαίνομαι

  1. αρχίζω να παρουσιάζομαι μέσα από κάποιο άλλο σώμα, διαφανές ή όχι, διακρίνομαι αμυδρά κι αόριστα
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 8 (Θ. Θεῶν ἀγορά. Κόλος μάχη.), στίχ. 491
    ἐν καθαρῷ ὅθι δὴ νεκύων διεφαίνετο χῶρος.
  2. αποδεικνύομαι, καταφαίνομαι, δηλώνομαι
  3. είμαι διάπυρος, πυροκόκκινος από τη θερμότητα
  4. (αμετάβατο) διαφαίνω
    1. αφήνω το φως να περάσει
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 9 (ι. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Κίκονας, Λωτοφάγους καὶ Κύκλωπας.), στίχ. 379
    ἀλλ' ὅτε δὴ τάχ' ὁ μοχλὸς ἐλάϊνος ἐν πυρὶ μέλλεν ἅψασθαι, χλωρός περ ἐών, διεφαίνετο δ' αἰνῶς, καὶ τότ' ἐγὼν ἄσσον φέρον ἐκ πυρός, ἀμφὶ δ' ἑταῖροι ἵσταντ'·
    2. (για ημέρα) ξημερώνω