διαφαίνομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαφαίνομαι < αρχαία ελληνική διαφαίνομαι < δια- + φαίνομαι
Ρήμα
[επεξεργασία]διαφαίνομαι
- (λόγιο) αρχίζω να γίνομαι ορατός, φαίνομαι, διαγράφομαι, διακρίνομαι
- για κάτι που με δυσκολία μπορεί κάποιος να το διακρίνει με το μάτι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διαφαίνομαι
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]διαφαίνομαι
- αρχίζω να παρουσιάζομαι μέσα από κάποιο άλλο σώμα, διαφανές ή όχι, διακρίνομαι αμυδρά κι αόριστα
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 8 (Θ. Θεῶν ἀγορά. Κόλος μάχη.), στίχ. 491
- ἐν καθαρῷ ὅθι δὴ νεκύων διεφαίνετο χῶρος.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 8 (Θ. Θεῶν ἀγορά. Κόλος μάχη.), στίχ. 491
- αποδεικνύομαι, καταφαίνομαι, δηλώνομαι
- είμαι διάπυρος, πυροκόκκινος από τη θερμότητα
- (αμετάβατο) διαφαίνω
- 1. αφήνω το φως να περάσει
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 9 (ι. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Κίκονας, Λωτοφάγους καὶ Κύκλωπας.), στίχ. 379
- ἀλλ' ὅτε δὴ τάχ' ὁ μοχλὸς ἐλάϊνος ἐν πυρὶ μέλλεν ἅψασθαι, χλωρός περ ἐών, διεφαίνετο δ' αἰνῶς, καὶ τότ' ἐγὼν ἄσσον φέρον ἐκ πυρός, ἀμφὶ δ' ἑταῖροι ἵσταντ'·
- 2. (για ημέρα) ξημερώνω
Πηγές
[επεξεργασία]- διαφαίνομαι - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επέκταση
- Λέξεις με πρόθημα δια- (αρχαία ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)