διαφραγματικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]διαφραγματικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με το διάφραγμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διαφραγματικός