διαχειμάσει

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

διαχειμάσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαχειμάζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχειμάζω
  3. θα διαχειμάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαχειμάζω