διαχειρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαχειρίζω < διά + χειρίζω < χείρ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαχειρίζω

  1. έχω κάτι στο χέρι μου και το διαχειρίζομαι
  2. (μέσο) διαχειρίζομαι: σκοτώνω