διαχωρίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαχωρίζω < αρχαία ελληνική διαχωρίζω < διά + χωρίζω < χῶρος / χώρα < ινδοευρωπαϊκή *ǵʰeh₁ro- (εγκαταλειμμένος, έρημος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.xɔ.ˈɾi.zɔ/ και /ðʝa.xɔ.ˈɾi.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαχωρίζω (παθητική φωνή: διαχωρίζομαι)

  1. ξεχωρίζω, διακρίνω κάτι από άλλο
    πρέπει να διαχωριστεί το θέμα της κλωστικής κάνναβης από την ιατρική κάνναβη
  2. διαιρώ, διαιρούμαι σε δύο ή περισσότερα μέρη
    το κύτταρο μορεί να διαχωριστεί σε άνισα μέρη
    Πρέπει να διαχωριστούν όλες οι ουσίες για να γίνει σωστή ανάλυση του δείγματος
  3. παίρνω απόσταση από την άποψη των άλλων
    Λυπάμαι, αλλά θα διαχωρίσω τη θέση μου, γιατί με άλλοθι το ρατσισμό ψηφίζεται ένα λογοκριτικό νομοσχέδιο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]