δια-

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: διά

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δια- < αρχαία ελληνική δια- < διά < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dwis

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ˈa/ και /ˈðʝa/

Πρόθημα[επεξεργασία]

δια-

  1. για δήλωση κίνησης ανάμεσα σε κάτι, διά μέσου
    διάπλους
  2. που γίνεται μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων, πραγμάτων κ.λπ.
    διακρατικός
  3. δηλώνει πως κάτι μοιράζεται
    διανέμω
  4. δηλώνει διαφορά, διαφωνία, ανταγωνισμό
    διαφέρω
  5. δηλώνει χρονικό διάστημα
    διανυκτέρευση
  6. επιτείνει τη σημασία του β’ συνθετικού

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]